Blog

Τιμώντας την ιστορία της παράταξης...Ο Μιλτιάδης Έβερτ: Άνοιξε Νέους Δρόμους ….

 

Μιλτιάδης Έβερτ: Άνοιξε Νέους Δρόμους …

 

Ο Μιλτιάδης Έβερτ ήταν πολιτικός, δεν ήταν «τεχνικός της εξουσίας». Προσέγγιζε την πολιτική ως χρέος προσφοράς  στην πατρίδα, τη βίωνε ως κατηγορική προσταγή συνεισφοράς  στον άνθρωπο και την αντιμετώπιζε ως καθήκον διακονίας του δημοσίου συμφέροντος. Απέρριπτε την αντίληψη ότι η πολιτική είναι  «παιγνίδι» διεκδίκησης «της εξουσίας, για την εξουσία», όπου «όλα επιτρέπονται» και όπου ο «σκοπός αγιάζει τα μέσα», καθώς θεωρούσε ότι αυτός ο εξουσιοθηρικός σχετικισμός, που ανάγει τον κυνισμό σε ύπατη «εξουσιαστική τεχνογνωσία» και τον καιροσκοπισμό σε υψηλή «εξουσιαστική τέχνη», αφυδατώνει την πολιτική από κάθε ηθικό περιεχόμενο και την οδηγεί στην εξαχρείωση , ωθώντας, ταυτόχρονα, την κοινωνία στον εκτραχηλισμό. Πεποίθησή του ήταν, αντίθετα, ότι η πολιτική θα έπρεπε να ασκείται μέσα στο στέρεο πλαίσιο ενός σαφώς οριοθετημένου αυτοδεσμευτικού κώδικα αξιών, χωρίς παρεκκλίσεις και χωρίς εκπτώσεις.

 

Αυθεντικός στις απόψεις του, δυναμικός και πληθωρικός στη δράση του, εξ ου και το προσωνύμιο «Μπουλντόζας» που τον συνόδευε καθ’ όλη τη διάρκεια της δημόσιας παρουσίας του, ο Μιλτιάδης Έβερτ, που «έφυγε» στις 9/2/2011, σε ηλικία 72 ετών, υπήρξε ίσως μια από τις πιο σημαντικές πολιτικές προσωπικότητες της πρώτης μεταπολιτευτικής γενιάς πολιτικών και αναμφισβήτητα αναδείχθηκε σε εμβληματική φυσιογνωμία της μεγάλης φιλελεύθερης και δημοκρατικής παράταξης της Νέας Δημοκρατίας, που με  παραδειγματική αφοσίωση και ανυπόκριτη ζέση υπηρέτησε επί 37 συναπτά έτη.

 

Μαχητικός στις τοποθετήσεις του, κατόρθωσε να είναι συνθετικός στις επιλογές του, αφού δεν φοβόταν να συγκρουσθεί στο πεδίο της πολιτικής αντιπαράθεσης με τους αντιπάλους του, αλλά και δεν δίσταζε να συναινέσει μαζί τους, όταν έκρινε ότι η σύγκλιση θέσεων επί συγκεκριμένων ζητημάτων θα μπορούσε να αποδειχθεί επωφελής για  τα μακροπρόθεσμα συμφέροντα του  λαού. Τολμηρός στις πρωτοβουλίες του, ανατρεπτικός στις κινήσεις του, ήταν προπάντων ένας πολιτικός της πράξης, που έλαβε αποφάσεις, όπως η ίδρυση του πρώτου μη κρατικά ελεγχόμενου ραδιοφωνικού σταθμού από τον Δήμο Αθηναίων επί δημαρχίας του, οι οποίες άνοιξαν νέους δρόμους για τον τόπο και έθεσαν ανεξίτηλη τη σφραγίδα της έμπρακτης εκσυγχρονιστικής δημιουργικότητάς του στο δημόσιο βίο.

 

Ο Μιλτιάδης Έβερτ, γεννήθηκε στην Αθήνα το 1939. Ήταν γιος του Άγγελου Έβερτ, Αστυνομικού Διευθυντή Αθηνών, κατά το μεγαλύτερο διάστημα της κατοχής 1941-1944 (που με το ψευδώνυμο «Κορυδαλλός», προσέφερε τεράστιο έργο στην αντίσταση κατά των κατακτητών και στο συμμαχικό αγώνα) και Αρχηγού της Αστυνομίας Πόλεων στα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια. Σπούδασε οικονομικά στην ΑΣΟΕΕ και αργότερα πραγματοποίησε μεταπτυχιακές σπουδές  στην πληροφορική, ενώ επαγγελματικά εργάστηκε ως οικονομικός σύμβουλος στην Εμπορική Τράπεζα, όπου συνετέλεσε καθοριστικά στην ανάπτυξη του πρωτοποριακού για την εποχή των αρχών της 10/ετίας του ’70 μηχανογραφικού συστήματός της, και ως Οικονομικός Διευθυντής στα Ναυπηγεία Ελευσίνας. Ήταν νυμφευμένος με την Λίζα Βάντερπουλ, και είχε μαζί της δύο κόρες.

 

Ο Μιλτιάδης Έβερτ, από τα φοιτητικά του κι’ όλας χρόνια, ανέπτυξε πλούσια συνδικαλιστική και πολιτική δραστηριότητα, στους κόλπους του φοιτητικού και ευρύτερα του νεολαιΐστικου κινήματος. Μέσα από τις γραμμές της ΕΡΕΝ, της οργάνωσης νεολαίας της Εθνικής Ριζοσπαστικής Ένωσης (ΕΡΕ) , στην οποία εντάχθηκε το 1957 και αφού διήνυσε μια εντυπωσιακή αγωνιστική διαδρομή ανέλαβε τη διοίκησή της το 1963, έδωσε πολυμέτωπες ιδεολογικές και πολιτικές μάχες. Ευαισθητοποιημένος στα εθνικά θέματα, μετέσχε στους αγώνες υπέρ των δικαίων του Κυπριακού και του Βορειο-Ηπειρωτικού Ελληνισμού, πρωτοστατώντας στις κινητοποιήσεις της περιόδου εκείνης  για την υποστήριξή τους. Βαθειά δημοκρατικός και εκ πεποιθήσεως αντίθετος προς κάθε είδους αυταρχικές αντιλήψεις, αντιτάχθηκε από την πρώτη στιγμή στη δικτατορία της 21ης Απριλίου 1967, με αποτέλεσμα το καθεστώς να του επιβάλει απαγόρευση εξόδου από τη χώρα.

 

Μετά τη Μεταπολίτευση και την επιστροφή του Κωνσταντίνου Καραμανλή, έπειτα από κάποιες αρχικές αμφιταλαντεύσεις, ο Μιλτιάδης Έβερτ, ανταποκρινόμενος σε σχετική πρόσκληση του ιδρυτή της Νέας Δημοκρατίας, έθεσε για πρώτη φορά υποψηφιότητα  στην Α΄ Αθηνών, στις εκλογές της 17ηςΝοεμβρίου 1974 και εξελέγη Βουλευτής. Διαβλέποντας με οξυδέρκεια ότι στο κλίμα υπερπολιτικοποίησης της πρώτης μεταπολιτευτικής περιόδου, η σημασία της μάχης των ιδεών θα ήταν καθοριστική για τις περαιτέρω εξελίξεις, προχώρησε το 1975, μαζί με συνεργάτες του, στην έκδοση του περιοδικού «Νέα Πολιτική», το οποίο μέχρι το 1981, οπότε και διέκοψε την κυκλοφορία του, αποτέλεσε δυναμική έπαλξη προώθησης της φιλελεύθερης ιδεολογίας της Νέας Δημοκρατίας. Στον ανασχηματισμό της 10ης Σεπτεμβρίου 1976, εισήλθε για πρώτη φορά στην κυβέρνηση ως Υφυπουργός Οικονομικών, θέση από την οποία έδωσε και τα πρώτα δείγματα διοικητικής αποτελεσματικότητας, που αποτέλεσαν το υπόβαθρο της επακολουθήσασας ταχείας πολιτικής του ανέλιξης.

 

Στις εκλογές της 20ής Νοεμβρίου 1977, ο Μιλτιάδης Έβερτ, επανεξελέγη Βουλευτής με τη Νέα Δημοκρατία στην Α΄ Αθηνών, και στη νέα κυβέρνηση που συγκροτήθηκε στις 28 του ίδιου μήνα, ανέλαβε το Υπουργείο Βιομηχανίας, όπου επετέλεσε γόνιμο έργο τόσο για την  εναρμόνιση του θεσμικού πλαισίου της βιομηχανικής πολιτικής  προς τα ισχύοντα στην (τότε) ΕΟΚ, εν’ όψει της επικείμενης πλήρους ένταξης της Ελλάδας σε αυτήν, όσο και στο πεδίο της ανάληψης πρωτοβουλιών για την ενίσχυση των μικρομεσαίων επιχειρήσεων.

 

Μετά την εκλογή του Κωνσταντίνου Καραμανλή στην Προεδρία της Δημοκρατίας και την ανάληψη της ηγεσίας της Ν. Δ και της Πρωθυπουργίας από τον Γεώργιο Ράλλη, ο Μ. Έβερτ, τοποθετήθηκε από τον νέο πρωθυπουργό στις 10 Μαΐου 1980, στο νευραλγικό πόστο του Υπουργού Οικονομικών. Μέσα στα ασφυκτικά πολιτικά και χρονικά περιθώρια στα οποία εκαλείτο να κινηθεί αυτή η κυβέρνηση, κατέβαλλε προσπάθειες για τον εξορθολογισμό του φορολογικού συστήματος, και παράλληλα, σε πολιτικό επίπεδο, προμάχησε στον αγώνα για την τεκμηρίωση του λαϊκίστικου χαρακτήρα των υποσχέσεων του επελαύνοντος τότε ΠΑΣΟΚ, ιδιαίτερα στον οικονομικό τομέα, επισημαίνοντας «προφητικά» τους κινδύνους που θα ενείχε για τη χώρα η εφαρμογή τους.

 

Ωστόσο, μέσα σ’ ένα πολιτικό περιβάλλον ήδη δυσμενές για την Νέα Δημοκρατία, οι προσπάθειες του Μιλτιάδη Έβερτ, και γενικότερα της τότε κυβέρνησης, να αναχαιτίσουν τη δυναμική του ΠΑΣΟΚ και του Ανδρέα Παπανδρέου, αποδείχθηκαν ατελέσφορες. Το κόμμα, στις εκλογές της 18ηςΟκτωβρίου 1981, υπέστη δεινή ήττα, που οδήγησε τον Γεώργιο Ράλλη στην παραίτηση από την ηγεσία και στη διαδοχή του από τον Ευάγγελο Αβέρωφ.

 

Στο νέο  μετεκλογικό τοπίο, ο Μιλτιάδης Έβερτ, έχοντας επανεκλεγεί Βουλευτής στην Α΄ Αθηνών, κατανόησε έγκαιρα τις προτεραιότητες που υπαγόρευε η μεταστάθμευση της Ν. Δ στην Αξιωματική Αντιπολίτευση και θεώρησε ότι πλέον η έμφαση θα έπρεπε να δοθεί στην επεξεργασία τεκμηριωμένων προγραμματικών θέσεων και στην ιδεολογική κατάρτιση νέων στελεχών, που θα αναλάμβαναν να τις υποστηρίξουν. Ενθάρρυνε, έτσι, πανεπιστημιακούς και τεχνοκράτες να ιδρύσουν την κίνηση Ε.Μ.ΠΡΟ.Σ. (Εταιρεία Μελέτης Προβλημάτων Συλλογικών) η οποία, με την αμέριστη στήριξή του, με διαλέξεις, σεμινάρια και  εκδόσεις παρήγαγε αξιόλογο έργο, μέχρι περίπου τα τέλη της δεκαετίας του ’80.

 

Το προβάδισμα του ΠΑΣΟΚ στις Ευρωεκλογές της 17ης Ιουνίου 1984, και η – παρά τη βελτίωση της εκλογικής της απήχησης – νέα ήττα της Νέας Δημοκρατίας, δρομολόγησε στο κόμμα εξελίξεις, που οδήγησαν στην παραίτηση του Ευάγγελου Αβέρωφ από την ηγεσία του και στην αντικατάστασή του από τον Κωνσταντίνο Μητσοτάκη. Μέσα σε συνθήκες πολιτικής φόρτισης, που προσδιορίζονταν από την προσωπική αντιπαράθεση του τότε Πρωθυπουργού Ανδρέα Παπανδρέου με τον νέο αρχηγό της Ν. Δ, η οποία «πυρακτώθηκε» μετά την αθέτηση της δημόσιας δέσμευσης του ΠΑΣΟΚ για επανεκλογή στην Προεδρία της Δημοκρατίας του Κωνσταντίνου Καραμανλή, η χώρα οδηγήθηκε σε εκλογές με «λίστα» στις 2 Ιουνίου 1985, στις οποίες ο Μ. Έβερτ εκλέχθηκε ξανά Βουλευτής στην Α΄ Αθηνών.

 

Η εκ νέου επικράτηση του ΠΑΣΟΚ,  βύθισε τη Ν. Δ σε βαθειά εσωκομματική κρίση, στην υπέρβαση της οποίας ο Μ. Έβερτ συνέβαλλε πολυτρόπως. Ως Γραμματέας της Οργανωτικής Επιτροπής του Β΄ Συνεδρίου του κόμματος, που διεξήχθη στη Θεσσαλονίκη στις 14-16 Φεβρουαρίου 1986, κράτησε με επιτυχία τις αναγκαίες λεπτές ισορροπίες, εγγυήθηκε την τήρηση των καταστατικών διαδικασιών και συνετέλεσε στην άμβλυνση των αντιθέσεων.

 

Το 1986, πάντως, υπήρξε  έτος-σταθμός στην ως τότε πολιτική διαδρομή του Μιλτιάδη Έβερτ για έναν άλλο, σημαντικότερο, λόγο: Αποδεχθείς  πρόταση του Κ. Μητσοτάκη, έθεσε υποψηφιότητα ως επικεφαλής του συνδυασμού «Νέα Εποχή», για τη διεκδίκηση του Δήμου Αθηναίων.

 

Υιοθετώντας μια σύνθετη στρατηγική παραταξιακής συσπείρωσης και ταυτόχρονα γεφύρωσης των «διαχωριστικών γραμμών», κυρίως με τους ψηφοφόρους της Αριστεράς, με αιχμή του δόρατος την πρόταξη της ανάγκης της «εθνικής συμφιλίωσης», κατόρθωσε να «εκπορθήσει» τον Δήμο της πρωτεύουσας που αποτελούσε «κάστρο» της Κεντρο-Αριστεράς από το 1975, και να εκλεγεί Δήμαρχος, λαμβάνοντας το 44,7 % των ψήφων στον πρώτο γύρο της 12/10/1986 και το 54,7 % στο δεύτερο γύρο της 19/10/1986. Ως Δήμαρχος Αθηναίων, ο Μ. Έβερτ, με αποτελεσματικές πρωτοβουλίες, όχι μόνο πραγματοποίησε σημαντικό έργο για την Αθήνα και τους Δημότες της, αλλά και άνοιξε νέους δρόμους στο ρόλο της Τοπικής Αυτοδιοίκησης.

 

Η λειτουργία του Ραδιοφωνικού Σταθμού «9,84» τον Μάϊο του 1987, που έμπρακτα υπηρέτησε την πολυφωνία, η διακόσμηση της πρωτεύουσας με έργα τέχνης που συντέλεσαν στην αισθητική αναβάθμισή της, η επέκταση της δράσης του Δήμου σε ενεργές παρεμβάσεις κοινωνικής πολιτικής και η ευαισθητοποίησή του σε ζητήματα περιβαλλοντικής προστασίας και ποιότητας ζωής, ανέδειξαν ένα διαφορετικό πρότυπο λειτουργίας της Τοπικής Αυτοδιοίκησης στην Ελλάδα.

 

Στη δυναμική των πολιτικών εξελίξεων, που είχε διαμορφωθεί στη χώρα περί τα τέλη της δεκαετίας του ’80, ο Μιλτιάδης Έβερτ θέλοντας να συμβάλει στην εκλογική προσπάθεια της Νέας Δημοκρατίας, στις 3 Μαΐου 1989 παραιτήθηκε από Δήμαρχος Αθηναίων, και στις εκλογές της 18/6/1989 πολιτεύθηκε ξανά στην Α΄ Αθηνών και επανεξελέγη Βουλευτής.

Στην κυβέρνηση Τζαννετάκη , διετέλεσε Υπουργός Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων. Στην εκλογική αναμέτρηση της 5/11/1989, εκλέχτηκε  πάλι Βουλευτής στην Α΄ Αθηνών, αρνήθηκε ωστόσο να συμμετάσχει στην οικουμενική κυβέρνηση Ζολώτα, εκφράζοντας επιφυλάξεις για την ανάγκη σχηματισμού της.

Μετά τις εκλογές της 8/4/1990, και την κοινοβουλευτικά οριακή νίκη της Ν. Δ, έχοντας επανεκλεγεί Βουλευτής, ανέλαβε Υπουργός Προεδρίας στην κυβέρνηση του Κ. Μητσοτάκη. Από τη θέση αυτή  θέσπισε αντικειμενικά κριτήρια για τις προσλήψεις  υπαλλήλων στο Δημόσιο, θέλοντας να βάλει τέλος στην κακοδαιμονία του ρουσφετιού, αλλά η πρωτοβουλία του  συνάντησε ισχυρές  ενδοκομματικές αντιδράσεις.

 

Ο Μιλτιάδης Έβερτ, έχοντας ξεκάθαρες θέσεις για κρίσιμα ζητήματα της οικονομικής και κοινωνικής πολιτικής, καθώς και για τα εθνικά θέματα , σύντομα διαφώνησε με πολλές από τις επιλογές της κυβέρνησης Μητσοτάκη επ’ αυτών. Αποτέλεσμα των ενστάσεών του, ήταν να παραιτηθεί από Υπουργός Προεδρίας στις 16/10/1991. Μετά την αποχώρησή του από την κυβέρνηση, επεχείρησε με συχνές παρεμβάσεις του να υποδείξει τις κατ’ εκείνον αναγκαίες διορθωτικές κινήσεις πολιτικής, αντιπροτείνοντας συγκεκριμένες εναλλακτικές λύσεις.

Μάλιστα, με δύο άλλα κορυφαία στελέχη του κόμματος, τον Αθανάσιο Κανελλόπουλο και το Σταύρο Δήμα, προχώρησαν ένα βήμα παραπέρα, διατυπώνοντας από κοινού μια ολοκληρωμένη αντιπρόταση οικονομικής και κοινωνικής πολιτικής, ενώ με επιστολή τους της 7/9/1992 προς τον τότε Πρωθυπουργό, του επεσήμαιναν ότι η κυβέρνηση απειλείται με κατάρρευση λόγω των πολλών μετώπων που είχε ανοίξει.

 

Ένα χρόνο αργότερα, οι επισημάνσεις  των «τριών» επιβεβαιώθηκαν πλήρως, καθώς λόγω των κοινωνικών εντάσεων και των πολιτικών παρενεργειών που είχαν προκληθεί από συγκεκριμένες πτυχές της πολιτικής της, η τότε κυβέρνηση  υποχρεώθηκε να προσφύγει σε πρόωρες εκλογές, που διεξήχθησαν στις 10/10/1993. Σε αυτές, η Νέα Δημοκρατία λαμβάνοντας το 39,3 % των ψήφων, ηττήθηκε από το ΠΑΣΟΚ, που πλειοψήφησε με ποσοστό 46,8 % και επανήλθε στη διακυβέρνηση της χώρας.

 

Οι εξελίξεις που ακολούθησαν υπήρξαν ραγδαίες. Ο Κ. Μητσοτάκης, το ίδιο βράδυ των εκλογών, υπέβαλε την παραίτησή του από την προεδρία της Νέας Δημοκρατίας και αμέσως δρομολογήθηκαν οι διαδικασίες για την ανάδειξη της νέας ηγεσίας του κόμματος. Μέσα σε μια αναπόφευκτα φορτισμένη, μετεκλογικά, λόγω της ήττας, περιρρέουσα ατμόσφαιρα, οι εσωκομματικές ζυμώσεις υπήρξαν έντονες και πυρετώδεις.

Ο Μ. Έβερτ, που είχε επανεκλεγεί Βουλευτής στην Α΄ Αθηνών με μεγάλο αριθμό ψήφων προτίμησης, κερδίζοντας έτσι ένα δύσκολο προσωπικό πολιτικό στοίχημα εξ αιτίας των όσων είχαν προηγηθεί, ανακοίνωσε την υποψηφιότητά του για τη θέση του Προέδρου της μεγάλης φιλελεύθερης και δημοκρατικής παράταξης. Και με ανθυποψήφιό του τον Γιάννη Βαρβιτσιώτη, στην εσωκομματική εκλογική διαδικασία της 3/11/1993, λαμβάνοντας 141 ψήφους έναντι 37 ψήφων του μετέπειτα Αντιπροέδρου του κόμματος, εξελέγη νέος Πρόεδρος της Νέας Δημοκρατίας.

 

Ως Πρόεδρος της Νέας Δημοκρατίας, ο Μιλτιάδης Έβερτ, διέθετε και όραμα και στόχο. Εξέφραζε έναν φιλελευθερισμό με ανθρώπινο πρόσωπο και ριζοσπαστικά στοιχεία, που συνδύαζε την ατομική και οικονομική ελευθερία με την κοινωνική δικαιοσύνη. Με την ανάληψη της ηγεσίας έθεσε ως προτεραιότητα την οργανωτική ανασυγκρότηση της Ν. Δ, και προσπάθησε να συνάψει νέες κοινωνικές συμμαχίες, ώστε, εκφράζοντας τα αιτήματα ευρύτερων λαϊκών στρωμάτων, να ενισχύσει την πολυσυλλεκτικότητά της.

Αξιοποίησε τις εργασίες του Γ΄ Συνεδρίου, που διεξήχθη στην Χαλκιδική από 22-24 Απριλίου 1994, για να αποσαφηνίσει συγχύσεις και ασάφειες στο πολιτικο-ιδεολογικό στίγμα του κόμματος, και υιοθέτησε μια αντιπολιτευτική στρατηγική έναντι της  κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ, με κύριους άξονες την εποικοδομητική κριτική και την επιδίωξη της συναίνεσης για την αντιμετώπιση των οξυμμένων προβλημάτων της χώρας. Στις επιλογές του αυτές, ωστόσο, συνάντησε έντονη εσωκομματική αμφισβήτηση, η οποία κλιμακώθηκε  μετά τις Ευρωεκλογές της 12/6/1994, όταν η Ν. Δ με  32,62 % των ψήφων υπελήφθη του ΠΑΣΟΚ, το οποίο προηγήθηκε λαμβάνοντας το 37,6% .

 

Εν τούτοις, ο Μιλτιάδης Έβερτ, παρέμεινε αταλάντευτα προσηλωμένος στη γραμμή  που είχε χαράξει, επενδύοντας στη σταδιακή διαμόρφωση μιας νέας σχέσης εμπιστοσύνης ανάμεσα στη μεγάλη φιλελεύθερη δημοκρατική παράταξη και τους πολίτες.

Με παρεμβάσεις, όπως η πρόταση νόμου για τη σύσταση Εθνικού Συμβουλίου Εξωτερικής Πολιτικής, και με τον υπεύθυνο  χειρισμό της θεσμικής κρίσης που προκλήθηκε με  τη μακρά νοσηλεία από τις 20/11/1995 στο «Ωνάσειο» του Α. Παπανδρέου, κατόρθωσε τελικά να ανακτήσει την πρωτοβουλία των κινήσεων, και να δημιουργήσει συνθήκες θετικές για την επιστροφή της Νέας Δημοκρατίας στην εξουσία, που αποτυπώθηκαν και δημοσκοπικά.

Ωστόσο, οι καταιγιστικές εξελίξεις που ακολούθησαν με την παραίτηση του Α. Παπανδρέου από την πρωθυπουργία και την αντικατάστασή του από την Κ.Ο. του ΠΑΣΟΚ στις 20/1/1996 με τον Κώστα Σημίτη, ανέτρεψαν άρδην τα δεδομένα. Έχοντας ο Κ. Σημίτης από της  ανάρρησεώς του στην εξουσία τη στήριξη ενός ισχυρού οικονομικο-μιντιακού «μπλοκ», κατόρθωσε να περάσει αλώβητος ακόμη και την κρίση των Ιμίων, που είχε ως αποτέλεσμα τρία νεκρά στελέχη του Πολεμικού Ναυτικού και την υποστολή της Ελληνικής σημαίας στη βραχονησίδα,  (την οποία στις 31/1/1996, από το βήμα της Βουλής ο Μιλτιάδης Έβερτ κατήγγειλε ως «εγκατάλειψη εθνικού εδάφους»), και εν τέλει να επιβληθεί πλήρως στο εσωτερικό του κόμματός του, εκλεγόμενος και Πρόεδρος του «Κινήματος» από το συνέδριο της 27-30 Ιουνίου 1996.

 

Στο νέο τοπίο που διαμορφώθηκε μετά τα γεγονότα αυτά, οι εξελίξεις κινήθηκαν με καταιωνιστικούς  ρυθμούς, καθώς ο Κ. Σημίτης, έσπευσε να προκηρύξει πρόωρες εκλογές για τις 22 Σεπτεμβρίου 1996. Στην αναμέτρηση αυτή, ο Μιλτιάδης Έβερτ έδωσε μια γενναία, αλλά άνιση εκλογική μάχη, εναντιοδρομώντας προς αρνητικές δυναμικές και υφιστάμενος μια χωρίς προηγούμενο επίθεση προσωπικής φθοράς, από πολλές κατευθύνσεις.

Με βασικά προεκλογικά συνθήματα τη διαβεβαίωση «Έχουμε τις λύσεις» και την προτροπή «Ώρα για δουλειά», η Νέα Δημοκρατία επεχείρησε να πείσει το εκλογικό σώμα για την ετοιμότητά της να αναλάβει τη διακυβέρνηση της χώρας. Ωστόσο, η έκβαση της αναμέτρησης υπήρξε αρνητική γι’ αυτήν, καθώς έλαβε το 38,12 % των ψήφων, έναντι 41,49 % του ΠΑΣΟΚ, που τελικά επεκράτησε. Αμέσως μετά την ανακοίνωση των αποτελεσμάτων, ο Μ. Έβερτ ανέλαβε προσωπικά την ευθύνη της ήττας και υπέβαλε την παραίτησή του από την ηγεσία του κόμματος, θέτοντας σε κίνηση τις διαδικασίες για τη διαδοχή του. Μέσα σε ένα από κάθε άποψη «πυρίκαυστο» εσωκομματικό περιβάλλον, οι διεργασίες για την εκλογή νέας ηγεσίας έτειναν να καταστούν ανεξέλεγκτες. Ο Μ. Έβερτ, θέλοντας να αποτρέψει τα χειρότερα έθεσε ξανά υποψηφιότητα και στη διαδικασία της 4/10/1996, με 103 ψήφους έναντι 84 του αντιπάλου του Γιώργου Σουφλιά, επανεξελέγη Πρόεδρος του κόμματος.

 

Επρόκειτο, όμως, για μια προσωρινή διευθέτηση. Τα πράγματα στη Νέα Δημοκρατία είχαν, πλέον, φτάσει σε οριακό σημείο. Και η εκκαθάριση της κατάστασης έμελλε να γίνει στο Δ΄ Συνέδριο του κόμματος, που αποφασίστηκε για τις 21-23 Μαρτίου 1997, ώστε με διευρυμένο εκλεκτορικό σώμα να δώσει οριστική λύση στο ζήτημα της ηγεσίας. Ο Μ. Έβερτ, φρονώντας ότι θα έπρεπε να προστατεύσει τη διασαλευμένη κομματική ενότητα, αποφάσισε να θέσει εκ νέου υποψηφιότητα για την προεδρία.

Ανθυποψήφιοί του στην αναμέτρηση αυτή, ήταν οι Κώστας Καραμανλής, Γιώργος Σουφλιάς και Βύρων Πολύδωρας. Η είσοδος του Κώστα Καραμανλή στη μάχη της διαδοχής, ανέτρεψε ως τότε συσχετισμούς και ισορροπίες. Έτσι, στην ψηφοφορία που έγινε την πρώτη ημέρα του Δ΄ Συνεδρίου, στις 21 Μαρτίου, ο Μ. Έβερτ με το 25,3 % των συνέδρων, έμεινε πίσω από τον Κώστα Καραμανλή που έλαβε το 40,73 % και το Γιώργο Σουφλιά που πήρε το 30,52 %, και αποκλείστηκε από το δεύτερο γύρο. Χωρίς κανένα δισταγμό, τάχθηκε αμέσως υπέρ του Κώστα Καραμανλή, ο οποίος με το συντριπτικό 69,15 % έναντι 30,85 % του Γιώργου Σουφλιά, εξελέγη νέος Πρόεδρος της Νέας Δημοκρατίας. Στα χρόνια που ακολούθησαν ο Μ. Έβερτ, στήριξε σε κάθε περίπτωση το νέο Πρόεδρο του κόμματος.

Και όταν η Νέα Δημοκρατία έγινε κυβέρνηση, ο Μ. Έβερτ στάθηκε αρωγός σε κάθε προσπάθεια και με υποδείξεις και εποικοδομητικές προτάσεις στήριξε το κυβερνητικό έργο. Στις 19 Σεπτεμβρίου 2009, με βεβαρημένη πια την υγεία του, και εν όψει των εκλογών της 4/10/2009, με επιστολή του προς τον Κώστα Καραμανλή, του ανακοίνωσε την απόφασή του να εγκαταλείψει την ενεργό πολιτική, ζητώντας του να μην τον συγκαταλέξει στους συνδυασμούς του κόμματος.

 

Ο Μιλτιάδης Έβερτ, με τη συνολική πορεία του στο δημόσιο βίο της χώρας, κατέλειπε μια βαρύτιμη πολιτική και ιδεολογική παρακαταθήκη, βαδίζοντας στα χνάρια της παράδοσης της σχολής του «δασκάλου» του Κωνσταντίνου Καραμανλή. Πολιτικά, αφήνει ένα παράδειγμα προσφοράς προς το λαό και τον τόπο, συνεισφοράς στην παράταξη που υπηρέτησε και ευθύνης για το μέλλον του Ελληνισμού. Και ιδεολογικά, μια συνεπή υποστήριξη των ιδεών της ελευθερίας και της κοινωνικής δικαιοσύνης, τις οποίες πάντα ως αναπόσπαστο ζεύγμα υπεράσπιζε.

Καθώς, όπως σημείωνε σε ένα «καταστατικού» χαρακτήρα άρθρο του που είχε δημοσιευθεί στον «Τύπο της Κυριακής», στις 26/1/1992: «η παράταξή μας και η ιδεολογία της ήταν πάντα σταθερός υποστηρικτής της αναγκαιότητας της κοινωνικής αλληλεγγύης και δικαιοσύνης, στοιχεία εξάλλου που υπογραμμίζουν τον παραδοσιακό λαϊκό χαρακτήρα της. Σήμερα δίπλα και μαζί με το αίτημα της ελευθερίας επιβάλλεται να ενισχύσουμε την κοινωνική πλευρά της πολιτικής μας που είναι ανεπίτρεπτο να παραμελείται χάριν οποιασδήποτε άλλης επιλογής. Η κοινωνική δικαιοσύνη ως κοινωνική αλληλεγγύη, και προστασία με κάθε μορφή του πολίτη, ενισχύει την κοινωνική συνοχή, χωρίς την οποία θα ήταν αδύνατη η οικονομική ανάπτυξη και πρόοδος. Ένας συνειδητός φιλελεύθερος πολίτης χαρακτηρίζεται από συνείδηση κοινωνικής αλληλεγγύης, διαθέτει έντονες κοινωνικές ευαισθησίες και έχει αναπτυγμένο το αίσθημα ευθύνης προς το κοινωνικό σύνολο».


Αυτή ακριβώς η παρακαταθήκη του Μιλτιάδη Έβερτ, σε μια δύσκολη καμπή της εθνικής μας πορείας, όπως η σημερινή, είναι βέβαιο ότι μπορεί να αποτελέσει πολύτιμη πηγή έμπνευσης για όλους αδιαίρετα τους Έλληνες πολίτες.

Καθώς, όπως υπογράμμιζε σε ένα άρθρο του, υπό τον τίτλο «Μιλτιάδης Έβερτ», που δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Αγγελιοφόρος» της Θεσσαλονίκης με αφορμή το θάνατό του, ο διανοούμενος και αρχιτέκτονας Πάνος Θεοδωρίδης «το έργο του Έβερτ, εννοώ η πολιτική του κληρονομιά, θα ανακαλείται όλο και συχνότερα στη μνήμη και δεν εννοώ μόνο από οπαδούς της δικής του παράδοσης».

άρθρο του Τάκη Μαχαίρα, Πολιτικού Επιστήμονα._

[Κείμενο που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό «Φιλελεύθερη Έμφαση»

(τεύχος 46, Ιανουάριος-Φεβρουάριος-Μάρτιος 2011)

 του «Ινστιτούτου Δημοκρατίας Κωνσταντίνος Καραμανλής»]